Ανάμεσα στις χώρες με έντονη δημογραφική γήρανση βρίσκεται ήδη η Ελλάδα, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία, με αφορμή την σημερινή 1η Οκτωβρίου – Παγκόσμια Ημέρα των Μεγαλύτερων Ηλικιακά Ανθρώπων. Συγκεκριμένα, η Εταιρεία αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), την 1η Ιανουαρίου 2025 ο εκτιμώμενος πληθυσμός της χώρας ανερχόταν σε 10.372.335 κατοίκους. Από αυτούς, το 23,7% ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, δηλαδή σχεδόν ένας στους τέσσερις Έλληνες. Αντίθετα, μόλις το 12,8% ήταν ηλικίας 0-14 ετών.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικός είναι ο δείκτης γήρανσης, ο οποίος έφτασε το 185,4. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 παιδιά ηλικίας 0-14 ετών στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου 185 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Η δημογραφική εικόνα συμπληρώνεται από τη χαμηλή γεννητικότητα. Το 2024 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 68.309 γεννήσεις, έναντι 125.873 θανάτων. Δηλαδή, μέσα σε έναν χρόνο καταγράφηκαν περίπου 57.500 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις. Η φυσική μείωση του πληθυσμού δεν είναι πλέον μια μελλοντική υπόθεση· αποτελεί τη σημερινή δημογραφική πραγματικότητα της χώρας.Η ίδια τάση αποτυπώνεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: το 2024 η Ελλάδα είχε μόλις 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, μεταξύ των χαμηλότερων ποσοστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μακροζωία αλλάζει τα συστήματα υγείας
«Η δημογραφική γήρανση δεν αφορά μόνο στους αριθμούς. Αλλάζει τις ανάγκες ολόκληρης της κοινωνίας», τονίζει επίσης η Ελληνική Γεροντολογική Και Γηριατρική Εταιρεία, η οποία συμπληρώνει ότι τα συστήματα υγείας καλούνται να ανταποκριθούν σε έναν ολοένα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που ζουν μέχρι τις δεκαετίες των 80, 90 και 100 ετών. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για πρόληψη, πρωτοβάθμια φροντίδα, γηριατρική αξιολόγηση, αποκατάσταση, κατ’ οίκον φροντίδα, μακροχρόνια φροντίδα και υπηρεσίες που διατηρούν την αυτονομία και τη λειτουργικότητα των ανθρώπων.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί σημαντικές απαιτήσεις για την υγειονομική περίθαλψη, το ανθρώπινο δυναμικό υγείας, τη μακροχρόνια φροντίδα, αλλά και για τη στέγαση, τις μεταφορές και τον σχεδιασμό των πόλεων.



