Περαιτέρω ενίσχυση της συμβολής του τουρισμού στο εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας καταγράφει η Eurobank Research, επισημαίνοντας ότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις διατηρούν ισχυρή δυναμική το 2026, αν και η άνοδός τους εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στην αύξηση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης παρά στη μέση δαπάνη ανά ταξίδι.
Σύμφωνα με την έκδοση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research, με ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 2026, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις τον Ιούλιο ανήλθαν σε 4,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 7,2% σε ετήσια βάση. Ο Ιούλιος αποτελεί τον μήνα με τη δεύτερη μεγαλύτερη συμμετοχή στις ετήσιες ταξιδιωτικές εισπράξεις, με ποσοστό 18,7% το 2025, μετά τον Αύγουστο με 19,3%.
Οι ταξιδιωτικές πληρωμές, δηλαδή οι δαπάνες κατοίκων Ελλάδας στο εξωτερικό, διαμορφώθηκαν τον ίδιο μήνα στα 0,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 23% σε ετήσια βάση. Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αυξήθηκε στα 4,3 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 5,9%, συμβάλλοντας τόσο στην ενίσχυση του πλεονάσματος των υπηρεσιών όσο και στην αντιστάθμιση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.
Ο τουρισμός καλύπτει το 91,4% του πλεονάσματος των υπηρεσιών
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Eurobank στη διευρυμένη συμμετοχή του ταξιδιωτικού ισοζυγίου στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας. Σε όρους κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο του 2026, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αντιστοιχούσε στο 91,4% του συνολικού πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, έναντι μέσου όρου 61,9% την πενταετία πριν από την κρίση χρέους.
Παράλληλα, το ταξιδιωτικό πλεόνασμα κάλυπτε το 66,8% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, έναντι μόλις 26,1% κατά μέσο όρο την περίοδο Ιουλίου 2003-Ιουλίου 2008.
Η Eurobank σημειώνει ότι η υψηλή συμμετοχή του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του τουρισμού στις εξαγωγές υπηρεσιών και ευρύτερα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι η μεγάλη υποχώρηση της σχετικής συμβολής των μεταφορών σημαίνει μεγαλύτερη συγκέντρωση του πλεονάσματος υπηρεσιών στον τουρισμό και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη έκθεση σε διαταραχές που επηρεάζουν ειδικά την τουριστική δραστηριότητα.
Στα 685,4 ευρώ η μέση δαπάνη τον Ιούλιο
Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν διαφορετική πορεία στις δύο βασικές συνιστώσες των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
- Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε στα 685,4 ευρώ, από 623,1 ευρώ τον Ιούλιο του 2025, καταγράφοντας άνοδο 10%.
- Αντίθετα, η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση υποχώρησε κατά 3,1%, στους 6,6 εκατ. ταξιδιώτες, από 6,8 εκατ. ένα χρόνο νωρίτερα.
- Η μείωση της κίνησης τον Ιούλιο προήλθε από τις χώρες της ΕΕ-27 εκτός Ευρωζώνης, όπου καταγράφηκε πτώση 31,1%. Αντίθετα, η κίνηση από τις λοιπές χώρες αυξήθηκε κατά 4,4% και από τις χώρες της Ευρωζώνης κατά 0,6%.
Η Eurobank σημειώνει ότι ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια αυξήθηκε κατά 4,2% τον Ιούλιο, γεγονός που δείχνει ότι μέρος της αύξησης της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι αντανακλά την άνοδο των τιμών. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ο συγκεκριμένος δείκτης δεν καλύπτει το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που συνθέτουν την ταξιδιωτική δαπάνη και επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ακριβής αποπληθωριστής.
Άνοδος 12% στις εισπράξεις του επταμήνου
Στο σύνολο της περιόδου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν σε 13,5 δισ. ευρώ, από 12,1 δισ. ευρώ το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 12%. Οι ταξιδιωτικές πληρωμές αυξήθηκαν στα 2,3 δισ. ευρώ, από 2 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας άνοδο 14,7%. Το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου διαμορφώθηκε έτσι στα 11,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 11,5%. Σε αντίθεση με την εικόνα του Ιουλίου, στο σύνολο του επταμήνου βασικός παράγοντας αύξησης των ταξιδιωτικών εισπράξεων ήταν η εισερχόμενη κίνηση. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 8,6%, φθάνοντας τους 20 εκατ. ταξιδιώτες, από 18,5 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε πιο περιορισμένα, κατά 2,9%, στα 642,5 ευρώ.
Την ίδια περίοδο, οι τιμές στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια αυξήθηκαν κατά 5,4%.
Η Eurobank αναφέρει ότι η περιορισμένη αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι, σε συνδυασμό με την ταχύτερη άνοδο των τιμών στις υπηρεσίες που συνδέονται με τον τουρισμό, αποτελεί ένδειξη ασθενέστερης εξέλιξης της ταξιδιωτικής δαπάνης σε πραγματικούς όρους.
Άνοδος από Ιταλία, Βρετανία και Γερμανία
Σε επίπεδο αγορών, στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου η ταξιδιωτική κίνηση από τις χώρες της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 13,2% και από τις λοιπές χώρες κατά 8,7%. Αντίθετα, από τις χώρες της ΕΕ-27 εκτός Ευρωζώνης σημειώθηκε μείωση 8,8%.
Από τις επιμέρους αγορές:
– η κίνηση από την Ιταλία αυξήθηκε κατά 24,6%,
– από το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 12,3%,
– από τη Γερμανία κατά 7,7%,
– από τη Γαλλία μειώθηκε κατά 5,1%,
– και από τις ΗΠΑ κατά 8,2%.
Παρά την αύξηση των Γερμανών ταξιδιωτών, οι αντίστοιχες ταξιδιωτικές εισπράξεις μειώθηκαν οριακά κατά 0,7%. Αντίθετα, στην αγορά των ΗΠΑ, παρά την πτώση της κίνησης, οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,9%. Σύμφωνα με τη Eurobank, οι αποκλίνουσες αυτές τάσεις υποδηλώνουν μείωση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι για τους επισκέπτες από τη Γερμανία και σημαντική αύξησή της για τους ταξιδιώτες από τις ΗΠΑ.
Η Eurobank για τη βιωσιμότητα του τουριστικού μοντέλου
Η Eurobank σημειώνει ότι η συνολική πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων στο επτάμηνο παραμένει ισχυρή και ενισχύει τη συμβολή του τουρισμού στο εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών και στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η σύνθεση της ανάπτυξης διατηρεί ένα χαρακτηριστικό που παρατηρείται εδώ και χρόνια: η άνοδος της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης αποτελεί τον βασικό μοχλό των εισπράξεων, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξάνεται με πιο ήπιο ρυθμό και χαμηλότερα από τις τιμές των υπηρεσιών που συνδέονται στενά με τον τουρισμό.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η ενίσχυση της πραγματικής ταξιδιωτικής δαπάνης, με μεγαλύτερη συμβολή της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι και όχι μόνο των αφίξεων, σε συνδυασμό με μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εξαγωγών υπηρεσιών, θα μπορούσε να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του εξωτερικού τομέα υπηρεσιών.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας
Η έκθεση περιλαμβάνει και τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το β΄ τρίμηνο του 2026, μετά από αύξηση 2% το πρώτο τρίμηνο. Σε τριμηνιαία βάση η αύξηση ήταν 0,3%. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παρατίθενται στην έκθεση τοποθετούν την ανάπτυξη στο 1,8% για το 2026 και στο 1,6% για το 2027.
Η ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, από 7,9% τον Ιούλιο και 8,8% τον Αύγουστο του 2025, ενώ ο μέσος όρος 12μήνου διαμορφώθηκε στο 8,6%. 587_7DE_2_10_26
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ήταν 3,7% τον Αύγουστο, από 2,7% τον Ιούλιο και 3,1% τον Αύγουστο του 2025.
Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, ενώ ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 107,6 μονάδες τον Σεπτέμβριο. Ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου αυξήθηκε κατά 5% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο, ενώ ο PMI μεταποίησης διαμορφώθηκε στις 54 μονάδες τον Σεπτέμβριο.
Σε όρους κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο, το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών ανήλθε σε 23,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 21,4 δισ. ευρώ προέρχονταν από το ταξιδιωτικό ισοζύγιο και 2 δισ. ευρώ από τις μεταφορές. Την ίδια στιγμή, το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών διαμορφώθηκε στα 32,1 δισ. ευρώ και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στα 15,6 δισ. ευρώ.
Η συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στα 165,6 δισ. ευρώ, από 158,7 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ οι συνολικές καταθέσεις και repos ανήλθαν στα 260,3 δισ. ευρώ, έναντι 237,8 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2025.




