Πρόταση του βουλευτή Δωδεκανήσου ΝΔ αναθεώρησης του άρθρου 101 παρ. 4 του Συντάγματος για τη θεσμική θωράκιση των νησιών
Η Ελλάδα είναι μια κατεξοχήν νησιωτική χώρα. Η γεωγραφία της δεν αποτελεί απλώς ένα χαρακτηριστικό του χάρτη, αλλά έναν καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, την οικονομία, την κοινωνική συνοχή και την ίδια την εθνική παρουσία της χώρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Παρά ταύτα, η νησιωτικότητα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά ως μια γενική πολιτική αναφορά και όχι ως ένας δεσμευτικός κανόνας που διαμορφώνει τις δημόσιες πολιτικές. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στο ισχύον άρθρο 101 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών.
Η πρόβλεψη αυτή υπήρξε αναμφίβολα σημαντική όταν εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι δεν αρκεί. Η απλή «λήψη υπόψη» της νησιωτικότητας δεν διασφαλίζει από μόνη της την ισότιμη πρόσβαση των νησιωτών στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν αποτρέπει τις αναπτυξιακές ανισότητες, ούτε υποχρεώνει την Πολιτεία να αξιολογεί τις συνέπειες των αποφάσεών της στα νησιά.
Η νησιωτικότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι η αυξημένη δαπάνη μεταφορών για οικογένειες και επιχειρήσεις. Είναι οι δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης. Είναι η ανάγκη ενεργειακής επάρκειας, η στελέχωση των δημόσιων δομών, η αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος και η διασφάλιση ίσων ευκαιριών για τους κατοίκους της νησιωτικής Ελλάδας.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για να αποκτήσει η αρχή της νησιωτικότητας ουσιαστικό περιεχόμενο. Η χώρα χρειάζεται μια διάταξη που δεν θα περιορίζεται σε μια γενική κατεύθυνση προς τον νομοθέτη, αλλά θα δημιουργεί συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την Πολιτεία.
Η πρότασή μου για την αναθεώρηση του άρθρου 101 παρ. 4 κινείται σε τέσσερις βασικούς άξονες.
Πρώτον, στην αναγνώριση της νησιωτικότητας ως δεσμευτικής αρχής δημόσιας πολιτικής, την οποία οφείλουν να υπηρετούν τόσο ο νομοθέτης όσο και η διοίκηση.
Δεύτερον, στην καθιέρωση υποχρέωσης ειδικής και τεκμηριωμένης αιτιολόγησης κάθε νομοθετικής ή κανονιστικής παρέμβασης που επηρεάζει τις νησιωτικές περιοχές.
Τρίτον, στην πρόβλεψη δυνατότητας λήψης θετικών μέτρων υπέρ των νησιών, ώστε να αντιμετωπίζονται οι αντικειμενικές ανισότητες που δημιουργεί η γεωγραφική απομόνωση.
Τέταρτον, στη ρητή κατοχύρωση της υποχρέωσης του κράτους να διασφαλίζει ουσιαστική ισότητα στην πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, υποδομές, υγεία, παιδεία, μεταφορές, ενέργεια και ψηφιακές υπηρεσίες.
Παράλληλα, προτείνεται η θέσπιση υποχρεωτικής Έκθεσης Εκτίμησης Νησιωτικών Επιπτώσεων για κάθε νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση που επηρεάζει άμεσα τις νησιωτικές περιοχές. Όπως ακριβώς αξιολογούνται σήμερα οι δημοσιονομικές ή περιβαλλοντικές επιπτώσεις μιας πολιτικής, έτσι πρέπει να αξιολογούνται και οι επιπτώσεις της στα νησιά.
Η πρόταση αυτή δεν αποσκοπεί στη δημιουργία προνομίων. Στοχεύει στην αποκατάσταση πραγματικών ανισοτήτων. Η ισότητα δεν σημαίνει να αντιμετωπίζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως συνθηκών. Σημαίνει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές αφετηρίες και οι αντικειμενικές δυσκολίες, ώστε όλοι οι πολίτες να έχουν ουσιαστικά ίσες δυνατότητες.
Τα νησιά μας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας ταυτότητας, της οικονομικής ανάπτυξης και της γεωστρατηγικής ισχύος της χώρας. Η προστασία και η ενίσχυσή τους δεν είναι μόνο ζήτημα περιφερειακής πολιτικής. Είναι ζήτημα εθνικής ευθύνης.
Η συνταγματική αναθεώρηση μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Να μετατρέψουμε τη νησιωτικότητα από μια γενική διακήρυξη σε μια πραγματική συνταγματική δέσμευση για το κράτος. Να διασφαλίσουμε ότι κανένα νησί και κανένας νησιώτης δεν θα αισθάνεται πολίτης δεύτερης ταχύτητας.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της νησιωτικότητας. Και αυτό οφείλει να αποτυπώνει το Σύνταγμα της χώρας μας.



